Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα absent friends. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα absent friends. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρία τσίγκινα κουτιά

στον Βελισσάριο
who went gentle into that good night



— Να τα πάω στην ανακύκλωση;
— Να τ' αφήσεις εκεί που βρίσκονται.
— Είναι άδεια. Τι τα θες;
— Να μη σε νοιάζει.
Τρία κουτιά νες καφέ, μεγάλο-μεσαίο-μικρό. Έχουν σοβαρό λόγο που βρίσκονται από τον περασμένο Ιούλιο το ένα πάνω στο άλλο στο μάτι της κουζίνας. Δεν είναι ακαταστασία, δεν είναι ινσταλέισο. Είναι μνημόσυνο.
— Εμένα θέλω να με αποτεφρώσετε, είχε δηλώσει ο Βελισσάριος. Για να μη σας βάλω σε έξοδα έχω κρατήσει ένα κουτί από νες καφέ για να με βάλετε μέσα.
— Σιγά τα χουβαρνταλίκια, μεγάλε!
— Έτσι είμ' εγώ.
Δεν έμαθα ποιο μέγεθος είχε διαλέξει για τεφροδόχο, γι' αυτό κι εγώ κράτησα, στη μνήμη του, τρία μεγέθη, ακόμα και το μικρό –λεπτός υπαινιγμός ότι ήταν ζουμπάς. Μαύρο χιούμορ ο Βελισσάριος; Μαύρο χιούμορ κι εγώ.
Βιάστηκε να την κάνει, λίγο προτού λειτουργήσει η Ριτσώνα και αποτεφρώθηκε στη Βουλγαρία. Γενικά βιάστηκε, αλλά πού να κάνω τα παράπονά μου;
Το φουμπού σήμερα θυμίζει στους φίλους ότι ο Βελισσάριος έχει τα γενέθλιά του.

Σπεράντζα




Θα ήθελα να σας πω κάτι για τη Σπεράντζα, τη μοναδική, την αξέχαστη.
Σε μία ευτυχή στροφή της ζωής τη γνώρισα. Ήταν η πρώτη φορά που την έβλεπα εκτός οθόνης. Η μεγάλη συνάντηση έγινε στο σπίτι της, στη οδό Καλύμνου. Όταν βρέθηκα μπροστά της, έπαθα κοκομπλόκο. 
Την κοίταζα έκθαμβη. Μπορεί να ήταν στην καρέκλα με τις ρόδες, μια καρέκλα γραφείου με την οποία κυκλοφορούσε μέσα στο σπίτι, μπορεί να ήταν με κάμποσα κιλά παραπάνω, αλλά πιο ερωτικό άνθρωπο δεν είχα ματαδεί στη ζωή μου.
Στεκόμουν απέναντί της σαν τη χαζή, την κοίταζα, με κοίταζε, δεν άρθρωνα λέξη και στο τέλος τι λέτε ότι έκανα; Έσκυψα και της φίλησα το χέρι! Κι όπως φορούσα ένα κατακόκκινο Red or Dead κραγιόν, άφησα στο χέρι της ένα κατακόκκινο Red or Dead σημάδι.
Η μοναδική Σπεράντζα, που τη γούσταρε όλη αυτή τη φάση, δεν έκανε κίνηση να πάρει ένα μαντιλάκι από δίπλα. Άφησε το σημάδι στο χέρι της όση ώρα μιλούσαμε. Γιατί μετά, εντάξει, πήρα μπρος και μίλησα.
Αυτό ήταν το ξεκίνημα μιας αλλιώτικης και τρυφερής φιλίας.
Κάποια μέρα θα σας πω περισσότερα.





Ντένης Τζανάτος



ΝΤΕΝΗΣ ΤΖΑΝΑΤΟΣ

Σεμνός, ευγενής, πράος όπως όλοι οι άξιοι άνθρωποι. Σκιτσογράφος και δημοσιογράφος που τίμησε τις ιδιότητές του με ήθος, εντιμότητα, συνέπεια και εργατικότητα. Βαθιά καλλιεργημένος, ανιδιοτελής, ιδεολόγος, αγωνιστής. Ένας άριστος!
Καλός φίλος, αληθινός φίλος. Παμπάλαιος φίλος. Από τότε που κάναμε τα πρώτα βήματά μας. Ζήλιες, αντιζηλίες, ξεπερασούρες, παρασκήνιο ούτε τα μηχανεύτηκε ούτε τα καταδέχτηκε. Πάντα αλληλέγγυος στους συναδέλφους, ακόμα και σ' εκείνους που του φέρθηκαν όπως δεν του άξιζε. Πικρό λόγο δεν άκουσα να πει για κανέναν.
Τον φωτογράφισα ένα χαρούμενο πρωινό που κάναμε τον τελευταίο έλεγχο στις ηλιοτυπίες των βιβλίων του Λευκάδιου Χερν, ευτυχείς γιατί φτάναμε στο τέλος μιας μεγάλης πορείας, την οποία ο Ντένης με τον γνωστό αθόρυβο τρόπο του καθόρισε και στάθηκε βοηθός και συμπαραστάτης. 
Το μεροκάματό του στη γη πήρε τέλος. Έφυγε σαν πουλάκι, μου είπαν. Όπως ακριβώς έζησε. Ανάλαφρα, αθόρυβα, ευγενικά.
Πάνε ώρες που το έμαθα. Ήπια καφέ, κάπνισα, μίλησα με φίλους. Ακόμα δεν έχω συνειδητοποιήσει ότι δεν θα... ότι αυτό το νούμερο στο κινητό δεν θα... ότι ποτέ ξανά στην Καλλιθέα δεν θα... ούτε και πουθενά αλλού. Πολλά τα «δεν θα».
Ακόμα είναι ζεστό και δεν πονάει. Όμως πριν αρχίσει ο πόνος, θέλω να θυμηθώ τον Λευκάδιο. Τον Λευκάδιό μας, Ντένη. 

«Είμαι ένα με τη ζωή που δεν έχει ούτε μορφή ούτε όνομα, είμαι ένα με όλα όσα αρχίζουν και τελειώνουν –ακόμα και με τον τάφο και τον νεκροθάφτη, το πτώμα και το σκουλίκι...
* * *
Ένα σπουργίτι τιτίβισε στη στέγη και κάποιο άλλο απάντησε. Τα σχήματα των πραγμάτων άρχισαν να γίνονται ξεκάθαρα μ’ ένα απαλό γκρίζο φως και το σκοτάδι σιγά σιγά φωτίστηκε».


Η ανακοίνωση της Ένωσης Συντακτών

Ο Τάσος και το πρόσωπο που δεν κουράζεσαι ποτέ να κοιτάς

στον Τάσο Μαυράκη


Ο Τάσος είχε σπάνιο χιούμορ. Ήταν φίλος φίλων. Τον γνώρισα πολύ αργά και για πολύ λίγο. Θα ήθελα να τον είχα γνωρίσει καλύτερα.
Ο διάλογος είναι αυτούσιος. Έγινε σε κάποια από τις συναντήσεις μας στο Σουαρέ ντε Βοτανίκ την άνοιξη του 2013. Κι ύστερα έγινε σκίτσο. 
Ο Τάσος έφυγε πριν από δύο χρόνια. Πλησιάζοντας το Πάσχα, φέτος, το εκτύπωσα σε 10 αντίτυπα για τους στενούς του φίλους, τα αρίθμησα, τα υπέγραψα και τα σφράγισα πίνοντας καφέ παρέα με τον Σοφικίτη. Ξέρετε, αυτόν που έχει «ένα πρόσωπο που δεν κουράζεσαι ποτέ να κοιτάς» και που το περίμενε με λαχτάρα. 


«Ένα πρόσωπο που δεν κουράζεσαι ποτέ να κοιτάς»
Ένα καλοκαίρι ο φίλος μου το Κοσόν έπεσε με τη μηχανή κι έσπασε το πόδι του. Ήμουν όλη τη μέρα στο σπίτι του και του κράταγα συντροφιά. Στο ενδιάμεσο έρχονταν διάφοροι φίλοι για να δουν τι κάνει και μήπως χρειάζεται τίποτα. Μια μέρα ήρθε κι ο Σοφικίτης. Δεν τον γνώριζα. Κάθισε, περάσαμε ευχάριστα κι έφυγε. Το Κοσόν μετά με ρώτησε πώς μου φάνηκε.
— Έχει ένα πρόσωπο που δεν κουράζεσαι ποτέ να κοιτάς, απάντησα μαγεμένη.
Από τη μια που δεν περίμενε ν' ακούσει τέτοια απάντηση, από την άλλη η αναγκαστική ξάπλα κι η κλεισούρα, φέραν αντιδράσεις που δεν περίμενα. Μούτρα και νευράκια. Η ζήλεια κράτησε χρόνια. Και από τότε όταν αναφέρεται στον Σοφικίτη, με κοιτάζει λοξά και συμπληρώνει: «Ξέρεις αυτός που το πρόσωπό του δεν κουράζεσαι ποτέ να κοιτάς».
Όμως ο Τάσος, όπως  θα ξέρετε, είχε εντελώς τελείως διαφορετική γνώμη.

Τζατζίκι και μπούκοβο

στη μνήμη ενός ανθρώπου με πολλή εξυπνάδα, χιούμορ, καλοσύνη και αφάνταστη ψυχική δύναμη. Με τον τρόπο ζωής του στήριξε τις επιλογές του και το δικαίωμά του να είναι διαφορετικός. Για μένα δεν υπήρξε ποτέ διαφορετικός. Η Μέροπς ήταν ο καλύτερος φίλος μου. Για τη Μέροπς ο καλύτερος τρόπος να κοιτάς την πάρτη σου ήταν να νοιάζεσαι για τον άλλον.